Ιστορία

Από τους δεκάδες νεολιθικούς οικισμούς του νομού Μαγνησίας ξεχωρίζουν οι οικισμοί Σέσκλο και Διμήνι, 10 και 7 χλμ. αντίστοιχα δυτικά της πόλης του Βόλου. Οι δύο οικισμοί υπήρξαν από τους σημαντικότερους νεολιθικούς οικισμούς όχι μόνο της περιοχής, αλλά και ολόκληρης της αρχαίας Ελλάδας. Ο προϊστορικός οικισμός του Σέσκλου αναπτύχθηκε πάνω στο λόφο «Καστράκι» καθώς και στην περιοχή γύρω από το σημερνό Σέσκλο. Το Σέσκλο κατοικήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της 7ης χιλιετίας. Τα εντυπωσιακά ευρήματα του Σέσκλου επέτρεψαν στους αρχαιολόγους να μιλάνε για τον πολιτισμό του Σέσκλου. Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, το 5.000 π.Χ, 3 χλμ ανατολικά του Σέσκλου δημιουργήθηκε ένας εξίσου σημαντικός νεολιθικός οικισμός, το Διμήνι, το οποίο κατοικήθηκε για 4.000 χρόνια μέχρι και το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου, το 1.100 π.Χ. Στο Διμήνι βρέθηκαν ευρήματα από τη Μυκηναϊκή εποχή, πολλά από αυτά βρίσκονται στο μουσείο του Βόλου, ενώ στον αρχαιολογικό χώρο σώζονται μυκηναϊκοί τάφοι σε πολύ καλή κατάσταση.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ

Ταφές

Μέσα στους νεολιθικούς οικισμούς εντοπίζονται σπάνια κανονικές ταφές σε απλούς λάκκους με τους νεκρούς τοποθετημένους σε συνεσταλμένη στάση ή δευτερεύουσες ταφές με ανακομιδή οστών. Πιο συχνά εντοπίζονται καύσεις, κυρίως νηπίων, σε νεκρικά αγγεία. Πολλές φορές, ειδικά στις περιπτώσεις των νηπίων, οι ταφές βρίσκονταν κάτω από τα δάπεδα των σπιτιών της Νεότερης Νεολιθικής. Παράλληλα, μόνο στη διάρκεια της Νεότερης και Τελικής Νεολιθικής έχουν εντοπισθεί οργανωμένα νεκροταφεία έξω από τα όρια των οικισμών.

Τα παραπάνω είναι γνωστά από λιγοστές ανασκαφικές μαρτυρίες. Ωστόσο, πιστεύουμε ότι ο θάνατος αποτελούσε σημαντικό γεγονός για τις νεολιθικές κοινωνίες καθώς διατάρασσε την ομαλή ζωή της κοινότητας. Η συμπεριφορά προς τους νεκρούς έμμεσα παραπέμπει και στις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινότητας.

Σέσκλο

Ο προϊστορικός χώρος του Σέσκλου αναπτύχθηκε πάνω στον λόφο Καστράκι που ορίζουν δύο ρέματα και στη γύρω περιοχή. Βρίσκονται 15 χλμ ΝΔ του Βόλου, κοντά στο σημερινό χωριό Σέσκλο. Κατοικήθηκε από τα μέσα της 7ης χιλιετίας μέχρι και την Μέση Εποχή του Χαλκού. Ο οικισμός φτάνει στην ακμή του στη Μέση Νεολιθική περίοδο (5η χιλιετία), στην οποία εκτείνεται σε μεγάλοι έκταση, τουλάχιστον 100 στρεμμάτων.

Αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες θέσεις στον ελλαδικό χώρο για τη γνώση της Ακεραμικής Νεολιθικής (τέλη 7ης χιλιετίας π.Χ.), κυρίως επειδή εδώ το νεολιθικό τρίπτυχο (μόνιμη κατοικία, γεωργία, κτηνοτροφία) διαπιστώνονται καθαρά. Η έκταση του οικισμού στην ακεραμική περίοδο δεν ήταν δυνατόν να εξακριβωθεί . Στοιχεία της φάσης αυτής έχουν διαπιστωθεί τόσο στο λόφο Καστράκι (Σέσκλο Α), όσο και πέρα από το ΒΑ άκρο της Ακρόπολης (Σέσκλο Γ). Πρόκειται για κατάλοιπα καλυβών, όπως αβαθή ορύγματα, τάφρους για λεπτό θεμέλιο τετράπλευρου σπιτιού, κυκλικούς λάκκους και τμήματα συμπαγούς πηλού από τα τοιχώματα πιθανόν οικήματος.

Ερείπια της Αρχαιότερης Νεολιθικής έχουν διαπιστωθεί τόσο στο Σέσκλο Α, όσο και στην επίπεδη πλευρά στα δυτικά (Σέσκλο Β) καθώς και στη γύρω περιοχή. Βασικό χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής αυτής της φάσης είναι η πολυμορφία των τύπων και η ποικιλία των υλικών, καθώς διαπιστώθηκαν τόσο λιθόκτιστα θεμέλια σπιτιών και τοίχοι από πλιθιά, όσο και κατασκευές από πλασμένο πηλό, κάποτε με πλάκες εξωτερικά, σαν ορθοστάτες.

Τα περισσότερα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που είναι σήμερα ορατά στον αρχαιολογικό χώρο του Σέσκλου ανήκουν στη Μέση Νεολιθική περίοδο (6η χιλιετία). Την περίοδο αυτή ο οικισμός εκτείνεται πάνω στον Καστράκι (Σέσκλο Α), όσο και στην επίπεδη πλαγιά στα δυτικά (Σέσκλο Β) και στη γύρω περιοχή , σ” ένα χώρο που όπως προαναφέρθηκε έχει έκταση περίπου 100 στρέμματα. Η περίοδος αυτή ταυτίζεται με τον γνωστό πολιτισμό του Σέσκλου, ενώ η κεραμική που βρέθηκε στον οικισμό αποτέλεσε τη βάση της χρονολόγησης των υποπεριόδων της Μέσης Νεολιθικής. Ο οικισμός αυτή την περίοδο δίνει την εικόνα ενός οργανωμένου οικισμού με συνεκτικό ιστό. Καταστράφηκε από φωτιά προς το τέλος της 5ης χιλιετίας και ερημώθηκε για περισσότερο από 500 χρόνια.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα οικήματα της Μέσης Νεολιθικής περιόδου πάνω στην Ακρόπολη του Σέσκλου Α είναι η ονομαζόμενη Οικία του Κεραμέα. Η οικία αυτή ονομάστηκε έτσι από τον πρώτο ανασκαφέα Χρ. Τσούντα, επειδή μέσα στα δωμάτια διατηρήθηκαν κατά χώραν πολλά αγγεία λόγω της ξαφνικής καταστροφής από τη φωτιά.

Στην οικία αυτή έχουν διαπιστωθεί δύο κύριες αρχιτεκτονικές φάσεις, που χρονολογικά τοποθετούνται στη Μέση Νεολιθική περίοδο. Στην πρώτη φάση (Μ.Ν.ΙΙΙ.Α), ήταν ένα απλό, τετράγωνο κτίσμα με δάπεδο από κίτρινο πηλό και πλάκες μεσαίου μεγέθους. Η θύρα του βρισκόταν στο δυτικό τοίχο, που οδηγούσε και σε μια στεγασμένη αυλή στα δυτικά. Στη 2η φάση (Μ.Ν.ΙΙΙ.Β), έγινε ανακατασκευή μεγάλης κλίμακας: η αυλή διαμορφώθηκε σε χωριστή οικία, ενώ το ίδιο το οίκημα μεγάλωσε σε μήκος και απέκτησε δύο δωμάτια που χωρίζονταν με ένα μεσότοιχο. Το βόρειο δωμάτιο περιείχε αποθηκευτικούς χώρους και αγγεία κατά χώραν, ενώ το νότιο περιείχε κατασκευές για την προετοιμασία της τροφής και άλλες οικοτεχνικές δραστηριότητες. Η θύρα του στη δεύτερη φάση ανοίχτηκε στον ανατολικό τοίχο.

Αξιοσημείωτο αρχιτεκτονικό στοιχείο αποτελούν οι τρεις αντιρήδες στο βόρειο τοίχο που χωρίζουν τη βόρεια πλευρά του οικήματος σε 3 ισομήκη σχεδόν τμήματα. Σε αρκετό ύψος διατηρείται η επάλειψη των αντιρήδων και του ενδιάμεσου τοίχου με πηλό. Πολλές ενδείξεις συνηγορούν για την ύπαρξη στην οικία αυτή ενός ημιορόφου που στηρίχθηκε στις αντιρήδες αυτές.

Η Οικία του Κεραμέα καταστράφηκε από φωτιά και έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την αποκατάσταση της ιστορίας του οικισμού, ιδιαίτερα του τέλους της Μέσης Νεολιθικής περιόδου, της οποίας θεωρείται χαρακτηριστικό δείγμα.

Το Σέσκλο μετά την καταστροφή ξανακατοικήθηκε στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο αλλά μόνο πάνω στο χώρο της Ακρόπολης. Την περίοδο αυτή χτίζεται στο ψηλότερο σημείο της Ακρόπολης το Μέγαρο. Το Μέγαρο ανασκάφηκε από τον Χρ. Τσούντα στις αρχές του 20ου αιώνα. Πρόκειται για ένα οίκημα που αποτελείται από πρόδομο, κυρίως δωμάτιο και θάλαμο και περιβαλλόταν από ένα σύστημα κυκλικών λίθινων περιβόλων. Γύρω απ” αυτόν τον κεντρικό πυρήνα διατάσσονταν τα υπόλοιπα σπίτια του οικισμού.

Το οικοδόμημα έχει προσανατολισμό Ανατολή-Δύση και η θύρα εισόδου βρίσκεται στα δυτικά. Στο κυρίως δωμάτιο βρέθηκε στο πήλινο δάπεδο τετράπλευρη πηλόκτιστη εστία με ταινιώδες περιχείλωμα. Τρεις κωνικές οπές στο μέσον του δωματίου μαρτυρούν τους ξύλινους πασσάλους που στήριζαν τη στέγη. Δύο μικρές λίθινες κατασκευές ελλειπτικού σχήματος στη Β.Δ. γωνία του θαλάμου σχετίζονται με τις τροφοπαρασκευαστικές δραστηριότητες των ενοίκων.

Ανατολικά του κυρίως δωματίου διαμορφώνεται ένας ξεχωριστός χώρος που πιθανόν αποτελεί τον οπισθόδομό του.

Ολόκληρη η Ν.Α. πλευρά της αυλής γύρω από το Μέγαρο, καθώς και ένα τμήμα του μεγάρου έχουν σήμερα καταρρεύσει στο παρακείμενο ρεύμα, ωστόσο το οικοδόμημα αυτό εξακολουθεί να παραμένει το πιο εντυπωσιακό μέγαρο της Νεολιθικής Εποχής σ” ολόκληρη τη Θεσσαλία, λόγω του μεγέθους του.

Αργότερα κατοικήθηκε επιλεκτικά στην Πρώιμη και στη Μέση Εποχή Χαλκού. Στην περίοδο αυτή ανήκουν ορισμένα σπίτια πάνω στην Ακρόπολη (Σέσκλο Α) καθώς και οι κιβωτιόσχημοι τάφοι που βρέθηκαν τόσο στο Σέσκλο Α όσο και στο Σέσκλο Β.

Διμήνι

Ο Νεολιθικός οικισμός Διμηνίου που αποτελεί τη χρονολογική συνέχεια του Σέσκλου χτίστηκε σε ένα χαμηλό λόφο ύψους 16 μ. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο του σύγχρονου οικισμού του Διμηνίου, 5 χλμ. από την πόλη του Βόλου. Ο οικισμός απέχει 3 χλμ. από τη σημερινή ακτογραμμή, ωστόσο την περίοδο ίδρυσής του (τέλος 5ης χιλιετίας π.Χ.) η ακτογραμμή βρισκόταν σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου. Σημαντικό χαρακτηριστικό του Διμηνίου αποτελεί η συνεχής κατοίκηση του χώρου από τη Νεότερη Νεολιθική Εποχή έως το τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Πιστεύουμε ότι η πρόσβαση στις πεδινές εκτάσεις που ήταν κατάλληλες για γεωργική καλλιέργεια και κτηνοτροφία, αλλά κυρίως η δυνατότητα της επικοινωνίας με θαλάσσιες οδούς προς το κεντρικό Αιγαίο αποτελούσαν τις κύριες προϋποθέσεις για τη αδιάκοπη κατοίκηση στο Διμήνι.

Είναι ένας πολύ καλά οργανωμένος οικισμός, από τον οποίο προέρχονται οι περισσότερες πληροφορίες μας για την οργάνωση του χώρου στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο. Ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό στοιχείο αποτελούν οι 6 ομόκεντροι λίθινοι περίβολοι που χτίστηκαν σταδιακά κατά ζεύγη γύρω από το λόφο. Οι λίθινοι περίβολοι τέμνονται από ισάριθμους ακτινωτά τοποθετημένους στενούς διαδρόμους, που χωρίζουν τον οικισμό σε 4 τμήματα. Ανάμεσα στα ζεύγη των περιβόλων χτίστηκαν τα σπίτια του οικισμού που είχαν λίθινα θεμέλια, πλίνθινη ανωδομή και αποτελούνταν από 2-3 κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους.

Ένα μεγάλο μονόχωρο σπίτι, γνωστό ως Οικία Ν ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη οργάνωση του εσωτερικού χώρου. Μέσα σ” αυτό βρέθηκαν χώροι για την προετοιμασία της τροφής (εστία) καθώς και ένας αποθηκευτικός χώρος. Στην κορυφή του λόφου οι δύο πρώτοι περίβολοι ορίζουν την κεντρική αυλή, σημείο αναφοράς όλων των δραστηριοτήτων του οικισμού. Στο Β.Α άκρο της κεντρικής αυλής στο τέλος της Νεολιθικής περιόδου(τέλος 4ης χιλιετίας) χτίστηκε ένα μεγάλο μέγαρο που αποτελείται από δύο δωμάτια και ένα πρόδομο. Στο εσωτερικό δωμάτιο σώζεται μία κτιστή πεταλοειδής εστία. Το οίκημα αυτό συνδέθηκε με κάποια μορφή κοινωνικής ιεραρχίας και κεντρικής εξουσίας, η οποία όπως φαίνεται άρχισε να διαμορφώνεται σιγά-σιγά στο τέλος της Νεολιθικής περιόδου και της Τελικής Νεολιθικής αναπτύχθηκε πλήρως κατά τη διάρκεια της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού.

Κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού(2η χιλιετία π.Χ.) ο λόφος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο με λίθινους κιβωτιόσχημους τάφους. Στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού(14ος αι. π.Χ.) στη ΝΔ πλευρά του λόφου χτίζεται ένας μεγάλος θολωτός τάφος, ενώ στην ΝΔ γωνία της κεντρικής αυλής χτίζεται ένα μέγαρο που στη θεμελίωσή του χρησιμοποιούνται λίθινες πλάκες από κιβωτιόσχημους τάφους της Μέσης Εποχής του Χαλκού.

Τα πρώτα χωριά

Η Θεσσαλία, που βρίσκεται στο κέντρο περίπου της Ελληνικής χερσονήσου, παρουσιάζει αξιοσημείωτη εναλλαγή τοπίων και οικοσυστημάτων. Το εσωτερικό της χαρακτηρίζεται από δύο μεγάλες πεδινές εκτάσεις με χαμηλούς λόφους. Στο παρελθόν σημαντική ήταν και η παρουσία μίας εκτεταμένης λίμνης, της Βοιϊδος, σημερινή Κάρλα, η οποία σήμερα πλέον έχει αποξηρανθεί. Στο ΝΑ άκρο της υψώνεται ο ορεινός όγκος του Πηλίου που βρέχεται από το Αιγαίο πέλαγος. Η έξοδος προς το Αιγαίο μέσω του ασφαλούς Παγασητικού κόλπου έδινε από πολύ νωρίς τη δυνατότητα επικοινωνίας με τις άλλες νεολιθικές κοινωνίες στις νησιωτικές περιοχές και στις ακτές της Μ. Ασίας.

Το κλίμα κατά την νεολιθική περίοδο, που ήταν λίγο πιο υγρό από το σημερινό με παρόμοιες θερμοκρασίες, ευνοούσε την ανάπτυξη κυρίως δασών βελανιδιάς και κωνοφόρων στα ορεινά παράλληλα με χαμηλή θαμνώδη βλάστηση. Πολλά είδη άγριων ζώων ζούσαν στην περιοχή αυτή, όπως το κόκκινο ελάφι, το ζαρκάδι, ο λαγός και το αγριογούρουνο. Στις μεγάλες πεδιάδες ήταν συνήθης η καλλιέργεια σιτηρών και οσπρίων.

Στην αρχή της νεολιθικής περιόδου, περίπου στα μέσα της 7ης χιλιετίας π.Χ. (6800 π.Χ.), εμφανίστηκαν τα πρώτα δείγματα μόνιμης εγκατάστασης με τη μορφή μικρών χωριών. Επιλέγοντας θέσεις σε λοφώδεις περιοχές με πρόσβαση στις πεδινές, κατάλληλες για καλλιέργεια αλλά και σε εκτάσεις πρόσφορες για κτηνοτροφία.

Από τις πρώτες καλύβες που κατασκεύαζαν οι νεολιθικοί άνθρωποι με κλαδιά και δέρματα, έχουν απομείνει μόνο τα ελλειψοειδή ορύγματα της βάσης τους. Δείγματα τέτοιων κατασκευών έχουν βρεθεί στο οικισμό του Σέσκλου, στα στρώματα της Ακεραμικής Νεολιθικής (7η χιλιετία π.Χ.)

Στις αμέσως επόμενες φάσεις της Νεολιθικής περιόδου (6η χιλιετία π.Χ.) τα σπίτια χτίζονταν με πιο ανθεκτικά υλικά όπως η πέτρα και ο πηλός και ήταν ορθογώνια με ένα ή δύο δωμάτια. Τα θεμέλια ήταν πέτρινα και οι τοίχοι χτίζονταν με ωμά πλιθιά. Η ξύλινη στέγη έφερε επάλειψη από πηλό και ήταν δίρριχτη ή τετράρριχτη ανάλογα με το μέγεθος του σπιτιού. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία της ανωδομής μας είναι γνωστά από τα υπολείμματα των πηλών και των ξύλων που βρίσκονται στις ανασκαφές των νεολιθικών σπιτιών. Πολύτιμες είναι οι πληροφορίες από τα πήλινα ομοιώματα σπιτιών. Όπως φαίνεται από τα ομοιώματα αυτά, υπήρχαν μεγάλα ανοίγματα στους τοίχους, που μπορεί να ερμηνευθούν ως πόρτες ή παράθυρα καθώς και μία οπή στην στέγη για τον καπνό από την εστία.

Τόσο στο εσωτερικό των σπιτιών όσο και σε εξωτερικούς χώρους δίπλα από αυτά, υπήρχαν διάφορες κατασκευές για την εξυπηρέτηση καθημερινών αναγκών, όπως εστίες, φούρνοι, αποθηκευτικοί κι εργαστηριακή χώροι.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Το ανάκτορο της Ιωλκού

ΔΙΜΗΝΙ

ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ – ΑΝΑΚΤΟΡΟ

Το Μυκηναϊκό ανάκτορο Διμηνίου χτίστηκε ανάμεσα στην ανατολική παρειά τον λόφου με το Νεολιθικό οικισμού και στο κυρίως τμήμα τον Μυκηναϊκού οικισμού με το δρόμο. “Ενα πρόπυλο στο δρόμο που διέσχιζε τον οικισμό οδηγούσε στο ανάκτορο. Το ανάκτορο αποτελείται από δύο μεγάλα μέγαρα που πλαισιώνονται από άλλα μικρότερα κτίρια και συνδέονται με μία εσωτερική αυλή. Θεμελιώθηκε στις αρχές του 13°» αιώνα π.χ.. (Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ1 περίοδος) πάνω σ” ένα παλιότερο μέγαρο τον 14° αιώνα π.Χ. και εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. (Υστεροελλαδική ΙΙΓ πρώιμη περίοδος).

Το πρώτο κτίριο ονομάστηκε Μέγαρο A και έχει προσανατολισμό A προς Δ. Αποτελείται από δύο πτέρυγες δωματίων που συνδέονται μεταξύ τους με ένα διάδρομο. Στη βόρεια πτέρυγα βρίσκονται οι κύριοι χώροι διαμονής, ενώ στη νότια πτέρυγα οι βοηθητικοί και εργοστασιακοί χώροι. Σ” ένα χώρο εργαστηριακό αποκαλύφθηκε ένα λίθινο σταθμίο με τρία εγχάρακτα σύμβολα Γραμμικής B γραφής, ενώ στο διάδρομο βρέθηκε ένα σύνολο από λίθινες μήτρες και άλλα εργαλεία που σχετίζονται με τη μεταλλουργία. Οι τοίχοι του Μεγάρου A σώζονται αρκετά καλά σε ικανό ύψος και είναι επιχρισμένοι, όπως και τα δάπεδα, από λευκό ασβεστοκονίαμα. Προς τα βόρεια και προς τα νότια αναπτύσσονται δύο ανεξάρτητες πτέρυγες.

Οι θολωτοί τάφοι

Στους άνακτες της Ιωλκού, χωρίς αμφιβολία πλέον, πρέπει να αποδοθούν οι δύο μεγάλοι θολωτοί τάφοι που ερευνήθηκαν στο Διμήνι στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Οι μεγάλοι θολωτοί τάφοι είναι από τα σημαντικότερα μνημεία της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής και έχουν βρεθεί αρκετοί σε όλοι την Ελλάδα. Ο πρώτος τάφος που έχει βρεθεί στο Διμήνι, γνωστός ως τάφος της Τούμπας ανακαλύφθηκε το 1901 από τον Β. Στάη. Ο τάφος έχει κτιστεί με το εκφορικό σύστημα και αποτελείται από ένα μακρύ διάδρομο, με ένα στόμιο συνολικού μήκους 16,30μ. που έκλεινε με θύρα. Τρεις μεγάλες πέτρες αποτελούν το υπέρθυρο του στομίου ενώ πάνω από το υπέρθυρο ανοίγεται το ανακουφιστικό τρίγωνο, απαραίτητο για την καλή στατική επάρκεια του κτιρίου. Σήμερα ένα μέρος από τη θόλο του μνημείου έχει καταρρεύσει, αλλά την εποχή που κατασκευάστηκε ήταν κλειστή μέχρι επάνω και καλυμμένη με χώμα. Στον τάφο αυτό, η κατασκευή του οποίου τοποθετείται στο 13ο αι. π.Χ., μέσα στο χώρο του θόλου βρέθηκε ένα ιδιαίτερο χώρισμα σαν θαλαμωτός τάφος το οποίο δέχτηκε τη νεκρική κλίνη. Το νεκρικό δωμάτιο καλύπτονταν με μεγάλες ορθογώνιες πλάκες και το ύψος των τοίχων έφτανε το ένα μέτρο.

Δυστυχώς το μνημείο βρέθηκε συλημένο και δεν έχουν βρεθεί κτερίσματα παρά μόνο λίγες χρυσές ψηφίδες, ελεφάντινα κομβία και τμήματα σπειροειδών κοσμημάτων από υαλόμαζα, που ξέφυγαν της προσοχής των αρχαιοκάπηλων, οι οποίοι μάλλον σύλησαν τον τάφο, μπαίνοντας από το ανακουφιστικό τρίγωνο στα αρχαία και όχι στα νεότερα χρόνια. Πολύ σημαντικό εύρημα είναι η ψήφος ενός χρυσού περιδεραίου που βρέθηκε κατά την διάρκεια των εργασιών στερέωσης του μνημείου. Η μήτρα με την οποία κατασκευάζονταν αυτές οι χρυσές ψήφοι, έχει βρεθεί στα εργαστήρια του Μεγάρου Α.

Ακριβώς απέναντι από τον τάφο, στις υπώρειες του λόφου, υπάρχει ένας δεύτερος τάφος, λίγο προγενέστερος(14ο αι. π.Χ), που είναι γνωστός ως θολωτός τάφος Λαμιόσπιτο. Ο θολωτός τάφος Λαμιόσπιτο διατηρείται γενικά στην αρχική του μορφή, εκτός από το κεντρικό τμήμα της οροφής του που είχε καταπέσει καθώς είχε συληθεί κατά την αρχαιότητα. Ωστόσο, απέδωσε σπουδαία ευρήματα, όπως κοσμήματα και χάλκινα όπλα που εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Η διάμετρός του είναι 8,20μ. και το σωζόμενο ύψος είναι 8,20μ. Η πρόσβαση στον τάφο γίνεται μέσω δρόμου μήκους 14,50μ. και πλάτους 3,30μ., ο οποίος παρουσιάζει προσανατολισμό Β-ΒΑ. Οι παρειές του συγκρατούνται από αναλήμματα μέγιστου ύψους 4,50μ. Στο δρόμο υπήρχαν δύο φράγματα από αργούς λίθους, ένα δίπλα στο στόμιο και ένα άλλο στο άλλο άκρο του. Η είσοδος στο εσωτερικό του τάφου γινόταν μέσω μιας θύρας ύψους 3,00μ. και πλάτους 1,90μ. Από το στόμιο του τάφου ξεκινούσε ένα θρανίο ύψους 0,55μ. και πλάτους 0,50μ., κτισμένο από 5 σειρές ωμών πλίθινων που περιέτρεχε τον τοίχο του θόλου. Ο Χρ. Τσούντας θεώρησε ότι αποτελούσε τον τόπο προσωρινής εναπόθεσης του νεκρού και τοποθέτησης ταφικών κτερισμάτων. Κάτω από το θρανίο αυτό, βρέθηκαν δύο λαξεύματα από δάπεδο της θόλου όπου είχαν τοποθετηθεί τέσσερα σκυλιά που προφανώς συνόδευαν τον άνακτα στο κυνήγι. Το υπέρθυρο του τάφου αποτελείται από 4 μεγάλες πλάκες και φέρει ανακουφιστικό τρίγωνο. Η θόλος σώζεται σχεδόν ακέραια και είναι κτισμένη με εκφορικό σύστημα. Ο τάφος αυτός πρόσφατα αναστηλώθηκε και αποτελεί επισκέψιμο μνημείο.

Ο μύθος

Ο σημαντικότερος μυθολογικός κύκλος είναι αυτός που αναφέρεται στην μυθική πόλη της Ιωλκού από όπου ξεκίνησε η Αργοναυτική εκστρατεία, η πρώτη μεγάλη ναυτική εξόρμηση των Ελλήνων. Σύμφωνα με το μύθο ιδρυτής της Ιωλκού ήταν ο Αιολίδης Κρηθέας. Οι Αιολίδες είχαν ως κοιτίδα τους τη Θεσσαλία, που παλιά ονομαζόταν Αιολίδα. Αυτοί μετακινήθηκαν από την αρχαία Άρνη, ίσως από την σημερινή περιοχή του Πύργου Κιερίου Καρδίτσας, στην κεντρική Θεσσαλία, προς τα ανατολικά Θεσσαλικά παράλια. Μετά την εγκατάσταση των Μινύων, κέντρο του Μυκηναϊκού πολιτισμού στη Θεσσαλία.

Σύμφωνα με το μύθο ο Πελίας, γιος του Κρηθέα, σφετερίστηκε το θρόνο από τον πρωτότοκο ετεροθαλή αδερφό του τον Αίσονα και βασίλευε στην Ιωλκό. Ο Ιάσονας, ο γιος του Αίσονα, μεγάλωσε ασφαλής στο Πήλιο κοντά στον Κένταυρο Χείρωνα και όταν κατέβηκε από το Πήλιο στην Ιωλκό για να διεκδικήσει τον θρόνο του πατέρα του, έφτασε εκεί μονοσάνδαλος καθώς έχασε το ένα του σανδάλι περνώντας από τον ποταμό Άναυρο. Τότε ο Πελίας θυμήθηκε έναν παλαιότερο χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο θα έχανε την εξουσία του από έναν μονοσάνδαλο άντρα, και για να προστατέψει το θρόνο του έστειλε τον Ιάσονα στην Κολχίδα, στη χώρα του Αιήτη, για να φέρει πίσω το χρυσόμαλλο δέρας. Έτσι, οργανώθηκε η Αργοναυτική εκστρατεία, η πρώτη πανελλήνια εξόρμηση, με συμμετοχή όλων των Ελλήνων για την εξεύρεση πολύτιμων μετάλλων και νέων τεχνολογιών αλλά και νέων αγορών για τη διακίνηση των ελληνικών προϊόντων. Ο Ιάσονας με τη βοήθεια της Μήδειας έφερε πίσω από την ασιατική ακτή το χρυσόμαλλο δέρας. Η συνέχεια της ιστορίας μας είναι γνωστή από την ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Ο Πελίας αρνείται να παραδώσει το θρόνο στον Ιάσονα. Έτσι, με την επιστροφή του Ιάσονα ξεσπούν ταραχές στο παλάτι της Ιωλκού. Το θρόνο κράτησε τελικά ο γιος του Πελία, ο Άκαστος, ο οποίος δεν μπορεί να ξαναδώσει τη δύναμη και την αίγλη στο βασίλειο της Ιωλκού. Έτσι στη δεύτερη μεγάλη πανελλήνια εξόρμηση στην Τροία η αρχηγία των καραβιών περνάει στον Εύμηλο, το γιο του Αδμήτου από τις γειτονικές Φερές.

Η ταύτιση της αρχαίας Ιωλκού, της πρωτεύουσας των Μινύων βασιλέων που κατείχε κυρίαρχη θέση στο Παγασητικό κόλπο, αποτελούσε πάντα για τους ερευνητές της Θεσσαλίας το πρώτο θέμα. Μέχρι το 1980 δύο θέσεις με μυκηναϊκά ερείπια ήταν γνωστές στον κόλπο του Παγασητικού. Η θέση στα Παλιά (το λεγόμενο Κάστρο του Βόλου) που είχε ταυτιστεί παλιότερα με την Ιωλκό και τη θέση στα Πευκάκια που είχε ταυτιστεί με το λιμάνι της Ιωλκού, τη Νήλεια.

Ωστόσο οι παραπάνω απόψεις για ταύτιση της αρχαίας Ιωλκού αναθεωρήθηκαν από την αποκάλυψη ενός εκτεταμένου μυκηναϊκού κέντρου στον αρχαιολογικό χώρο του Διμηνίου.

Ιωλκός : Η πόλη των μυθικών Αργοναυτών

Στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, γνωστή ως Μυκηναϊκή περίοδος, η ακμή της Θεσσαλίας είναι μεγάλη αφού αποτελείται από εννέα ηγεμονίες και μετέχει στην εκστρατεία της Τροίας με 280 πλοία και κεντρικό ήρωα τον Αχιλλέα. Η αρχαιολογική έρευνα καθημερινά επαληθεύει αυτή την εικόνα της Μυκηναϊκής Θεσσαλίας και φέρνει στο φως νέους οικισμούς που σήμερα ξεπερνούν τους 100. Έτσι, δεν είναι παράδοξο, ούτε τυχαίο, ότι στη Θεσσαλία αυτήν την περίοδο γεννήθηκαν οι πιο σπουδαίοι μύθοι των Ελλήνων, ούτε ότι στη γη αυτή εντοπίζεται η ελληνική κοσμογονία και η θεογονία. Εδώ τοποθετούνται οι θεοί του Ολύμπου, οι Τιτάνες της Όθρυος, οι Λαπίθες και οι Κένταυροι, με πιο γνωστό τον Κένταυρο Χείρωνα στο Πήλιο.

Η Μαγνησία στην εποχή του Χαλκού

Αν και η μετάβαση από τη Νεολιθική Εποχή στην Εποχή του Χαλκού θεωρείται ως μία μεγάλη πολιτισμική τομή, στην πραγματικότητα στη Θεσσαλία δεν παρατηρούνται άμεσες και ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο εποχές. Η Νεολιθική Εποχή κληροδότησε τόσα πολλά στοιχεία στην Εποχή του Χαλκού, ώστε οι αλλαγές που σημειώθηκαν ολοκληρώθηκαν σταδιακά και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα εξακολούθησαν να υφίστανται οι πρακτικές και οι μέθοδοι των νεολιθικών χρόνων. Η μορφή των οικισμών και ο τρόπος ζωής δεν αλλάζουν σε πολλά βασικά σημεία. Η οικονομία στηρίζεται κυρίως στην παλιά γεωργική και κτηνοτροφική παράδοση και έτσι στον τομέα αυτό καμία επανάσταση δεν συντελείται στην περιοχή της Θεσσαλίας, σε αντίθεση με την Ανατολή, η οποία είχε το προβάδισμα στις εξελίξεις με προηγμένη τεχνολογία και μεταλλουργία.

Αυτό που άλλαξε πιστεύουμε τα πράγματα και αποτέλεσε μία σημαντική παράμετρο που επηρέασε τα χαρακτηριστικά της κατοίκησης στην αρχή της Εποχής του Χαλκού στην περιοχή του Παγασητικού, είναι ένα γεωλογικό επεισόδιο που χρονολογήθηκε με C14 στην 4η χιλιετία π.Χ. Αυτό το γεωλογικό επεισόδιο, σύμφωνα με τον γεωλόγο Zangger, είχε ως αποτέλεσμα η ακτογραμμή να απομακρυνθεί από το Διμήνι, το οποίο από τότε έπαψε να είναι παράλιο , και να δημιουργηθεί μία μεγάλη πεδιάδα όπου ιδρύθηκε μία οργανωμένη μυκηναϊκή πόλη με ισχυρό διοικητικό, οικονομικό και θρησκευτικό κέντρο. Η πόλη αυτή ήταν κτισμένη στην άκρη μίας Ιωλκάς, μίας βαθιάς αύλακας (Ησύχιος, Ιωλκά : βαθιά αύλακα) ενώ το λιμάνι της ήταν στα Πευκάκια.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Ευχαριστούμε

την αρχαιολόγο κα. Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη
για τα κείμενα που υπάρχουν στην ιστοσελίδα, καθώς και το
προσωπικό του αρχαιολογικού χώρου Διμηνίου.


volosInfoΤΟΠΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥΠανεπιστήμιο ΘεσσαλίαςΔημοτικό ΡαδιόφωνοΠολεοδομίαΠοδηλασίαΠεριφέρεια ΘεσσαλίαςΜετανάστεςΚΕΠΚαθαριότηταΝοσοκομείοflagΕθελοντισμόςΔιαύγειαempeΔΟΥΚΔΗΚΙCitiesNetΑΜΕΑ

 Edit Translation