Μουσείο Θεόφιλου

Ο Θεόφιλος γεννήθηκε στο προάστιο Βαρειά της Μυτιλήνης, μια μέρα του 1870. Tον πατέρα του, που ήταν τσαγκάρης, τον έλεγαν Γαβριήλ Κεφάλα και την μάνα του, που ήταν κόρη ενός αγιογράφου, την έλεγαν  Πηνελόπη Μιχαήλ κι αργότερα, όταν ο πατέρας της αξιώθηκε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους, Χατζημιχαήλ. Παθολογική ήταν η αγάπη που έδειχνε από την αρχή ο μικρός Θεόφιλος για τον παππού του. Ώρες καθόταν και παρακολουθούσε την δουλειά του. Κι ο παππούς του όταν βράδιαζε, τον έπαιρνε στα γόνατά του κι εκεί μπροστά στο τζάκι του έλεγε παλιές ιστορίες για τον Αχιλλέα, τον Έκτορα, τον Μεγαλέξανδρο, τον Ερωτόκριτο κι ένα σωρό πράγματα.














Από τα σχολικά του χρόνια, το ενδιαφέρον του συγκεντρωνόταν μόνο στις ζωγραφιές. Και μ’αυτές ασχολούνταν. Τα άλλα παιδιά στο σχολείο τον πειράζανε. Αριστερόχειρας και τραυλός, ολοένα άρχιζε να κλείνεται στον εαυτό του. Μήτε η σωματική του διάπλαση του άφηνε πολλές ελπίδες. Και μια μέρα, πάνω που αρχινούσαν οι Αποκριές, πήρε την απόφαση και ντύθηκε φουστανελάς. Τώρα φορούσε τη φορεσιά που δεν χόρταινε να καμαρώνει στις ζωγραφιές των οπλαρχηγών και των άλλων εθνικών ηρώων. Και δεν την αποχωρίστηκε σε όλη του τη ζωή.

Έτσι μεγάλωσε παραδομένος στα όνειρά του, στηριγμένος και μόνο στην αγαθότητα της ψυχής του και στο αχόρταγο μάτι του για την ομορφιά. Πιάνει το πινέλο από μια εσωτερική και μόνο παρόρμηση. Να κορέσει μια πείνα χρωματική. Είχε όμως, τη δύναμη, αυτό το αντικείμενο της έμπνευσής του, το λουλούδι, το δένδρο, τον ήρωα, να μην το απεικονίζει όπως το έβλεπε, αλλά όπως το είχε μέσα του απεικονίσει μ’όλες τις αποχρώσεις της ώρας και της εποχής, τριγυρνώντας μέρες και νύχτες, χειμώνες και καλοκαίρια στην ύπαιθρο. Στα 15 του ξενιτεύεται στη Σμύρνη. Για τη ζωή του εκεί μόνο σκόρπιες πληροφορίες υπάρχουν.

Ο Παναγιώτης, ο αδελφός του, το μόνο που ήξερε είναι ότι ο Θεόφιλος είχε καταφέρει να διοριστεί Καβάσης στο Ελληνικό Προξενείο της Σμύρνης, θέση που του έδινε την ευχέρεια να φοράει κι εκεί την αγαπημένη του στολή και να κάνει θελήματα. Στην περιοχή της Μαγνησίας το πρώτο χρονολογημένο έργο του που βρέθηκε ήταν μια αυτοπροσωπογραφία μικρών διαστάσεων (0,28×0,40) την οποία τιτλοφορούσε «Θεόφιλος ζωγράφος κι άλλοτε οπλαρχηγός και θυροφύλαξ εν Σμύρνη 1899″. Από άλλους, όμως, που ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τον Θεόφιλο και την τεχνική του στη ζωγραφική, όπως ο αείμνηστος Κίτσος Μακρής, πιστεύεται ότι η περίοδος που έμεινε στη Σμύρνη πρέπει να θεωρηθεί η περίοδος της μαθητείας του στην παραδοσιακή ζωγραφική.

Γιατί, όπως πιστεύουν, το να θεωρήσουμε τον Θεόφιλο αυτοδίδακτο είναι κάτι που το αποκλείουν τα ίδια του τα έργα και κυρίως τα πρώτα του στο Πήλιο. Στο τέλος του αιώνα, κυνηγημένος, όπως λένε, από τους Τούρκους περιπλανήθηκε περίπου 30 χρόνια στο Βόλο και στο Πήλιο για ένα πιάτο φαΐ. Γεγονός είναι ότι στα χωριά του Πηλίου με κέντρο την Ανακασιά Άνω Βόλου εγκαινιάζει την πρώτη περίοδο της ζωγραφικής του δραστηριότητας. Τριγύριζε πεζός στα κοντινά χωριά και ζωγράφιζε σε σπίτια και μαγαζιά σε διάφορα υλικά (πανιά, χαρτόνια, σανίδια κλπ) για ένα πιάτο φαΐ ένα ποτήρι κρασί ή μερικά νομίσματα. Εδώ, στην Ανακασιά, τον ανακάλυψε και ο μεγαλοκτηματίας και μυλωνάς Γιάννης Κοντός, του άρεσε η ζωγραφική του – ο πρώτος Πηλιορείτης που εκτίμησε το ταλέντο του – και του ανέθεσε να διακοσμήσει το σπίτι του.

Ο Κοντός του πρόσφερε ένα δωμάτιο ανθρωπινότερο ένα πιάτο σπιτίσιο φαγητό και μια καλύτερη αμοιβή. Στο φιλόξενο αυτό σπίτι του μυλωνά Γιάννη Κοντού ο Θεόφιλος θα βρει καταφύγιο και κάτω από την ασφάλεια της προστασίας του ιδιοκτήτη θα δημιουργήσει ένα από τα σημαντικότερα και πιο ολοκληρωμένα έργα του. Στην τοιχογραφία που έχει θέμα «Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης συναθροίζει εις την λίμνην Λέρνην τους νικητάς Δράμαλη το 1822″, διαβάζουμε την υπογραφή του και το έτος κατασκευής της. Η τοιχογραφία αυτή θεωρείται πως είναι η πρώτη που κατασκευάστηκε και ακολούθησαν οι υπόλοιπες, οι οποίες σύμφωνα με μαρτυρίες των πρώην ιδιοκτητών έγιναν σταδιακά και διήρκεσαν μερικά χρόνια.

Το 1912 άρχισε η ζωγραφική διακόσμηση του σπιτιού και συγκεκριμένα της σάλας του 2ου ορόφου. Ο ζωγράφος του διακόσμησε ένα δωμάτιο από τον νερόμυλό του στη ρεματιά του Αγίου Ονουφρίου, που μέσα σε ένα γαλάζιο πλαίσιο ζωγράφισε διάφορους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης κ.ά.

Το ζωγραφικό πρόγραμμα της οικίας Κοντού χωρίζεται σε δύο ζώνες: την κάτω ζώνη που φθάνει μέχρι τα μισά περίπου των παραθύρων και την πάνω που φθάνει μέχρι λίγο κάτω από το ταβάνι. Στην κάτω ζώνη ο Θεόφιλος ζωγράφισε διάφορα διακοσμητικά θέματα, όπως μια μεγάλη ποικιλία από γλάστρες με λουλούδια και πουλιά, τη λίμνη με το σιντριβάνι, ψάρια και πάπιες. Ακόμα αγρίμια και σκηνές κυνηγιού όλα αυτά σοφά τοποθετημένα, ενώ στα αριστερά της σκάλας πλάι στη πόρτα του δωματίου ζωγράφισε τον Γιάννη Κοντό καβάλα στο άλογό του. Ακολουθεί η πάνω ζώνη στην οποία βρίσκονται δεκατέσσερα μεγάλα θέματα παρμένα από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 για τα οποία χρησιμοποίησε ως πρότυπα, κατά κύριο λόγο, τους πίνακες του Peter von Ess. Με σιγουριά, ο Θεόφιλος ζωγράφισε τον Ρήγα Φεραίο, το σώμα του κρεμασθέντος Πατριάρχη Γρηγορίου, καθώς και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη αρχιστράτηγο.

Στις τέσσερις παραστάδες της στενής κεραίας της σάλας, ο Θεόφιλος ζωγράφισε τέσσερις θεούς του Ολύμπου. Τον Άρη, την Αφροδίτη, τον Ερμή και την Αθηνά. Στον τυφλό τοίχο ζωγράφισε μια μεγάλη τοπιογραφία με θέμα την Ανακασιά και στο βάθος τη Μακρινίτσα με τον Κάραβο της Πορταριάς στο πλάι της. Στα τμήματα πάνω από τα παράθυρα και τις πόρτες, γέμισε τα κενά με θέματα ανάλογα της κάτω ζώνης, όπως γλάστρες με λουλούδια και πουλιά, βασιλικούς θυρεούς, διάφορα ερπετά κ.ά. Το ζωγραφικό της οικίας Κοντού και κατ” επέκταση ολόκληρο το έργο του ζωγράφου της περιόδου του Βόλου, είναι έντονα επηρεασμένο από την Βυζαντινή τέχνη, αφού τα πρώτα διδάγματά του, ο ζωγράφος τα πήρε από τον παππού του, που ονομάζονταν Κωνσταντής Ζωγράφος.

Χρησιμοποιεί χρώματα σε τολμηρούς συνδυασμούς, σκοτεινούς και ανοιχτούς, ανάλογα με τη σημασία των παραστάσεων. Ένα έργο τελείως διαφορετικό από αυτό της περιόδου της Μυτιλήνης στο οποίο χρησιμοποιούνται περισσότεροι ενδιάμεσοι τόνοι και το οποίο πολλοί μελετητές του το θεωρούν και πιο ώριμο. Πλούσιο το έργο που θα αφήσει ο Θεόφιλος στην περιοχή, όπου στην πόλη του Βόλου θα ζωγραφίσει σε διάφορα καφενεία, ταβέρνες και χάνια, στα οποία έβρισκε τα απαραίτητα για την επιβίωσή του. Στα γύρω από το Βόλο χωριά, όπως στις Μηλιές που ζωγράφισε στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, στον Άγιο Βλάση στο σπίτι του Γκέκα, στο μύλο του Κοντογιάννη, το ελαιοτριβείο του Βαραλή, στην Άλλη Μεριά στο φούρνο του Βελέτζα, στο σπίτι του Γκουντέλια κ.ά.

Στην πόλη του Βόλου άρχισε το έργο του στα 1925 με την εγκατάσταση των προσφύγων της Μικράς Ασίας στη περιοχή. Οι πρόσφυγες  έκτισαν τις παράγκες τους σε διάφορους ελεύθερους χώρους της πόλης, όπως την πλατεία Ρήγα Φεραίου, την πλατεία Ελευθερίας και προς το τέρμα της οδού Ιωλκού, στις οποίες ο Θεόφιλος ζωγράφισε πολύχρωμες επιγραφές με λουλούδια και πουλιά, διάφορες παραστάσεις στις προσόψεις των μαγαζιών κ.ά., τα οποία λίγα χρόνια αργότερα, το 1930 καταστράφηκαν από πυρκαγιά. Σήμερα, από τη μεγάλη ζωγραφική παραγωγή του Θεόφιλου στη περιοχή της Μαγνησίας, ένα πολύ μικρό μέρος σώζεται στη θέση του, αφού τα περισσότερα έργα του έχουν καταστραφεί από τους σεισμούς του 1955, άλλα καταστράφηκαν από άγνοια των ιδιοκτητών τους και άλλα απομακρύνθηκαν από την περιοχή. Καλύτερη τύχη είχαν οι τοιχογραφίες των παλιών σπιτιών στο Πήλιο. Αυτές που σήμερα που βρίσκονται στο Μουσείο «Κίτσου Μακρή». Ένα πολύ κοπιώδες και δύσκολο επίτευγμα. Τα διέσωσε προσωπικά ο ίδιος μαζί με κάποιους εργάτες του όταν είδε τα σπίτια αυτά να κατεδαφίζονται για να χτίσουν άλλα νεώτερα. Τα διέσωσε με πολλή αγωνία και κόπο μαζί με τον σοβά που έχουν οι τοίχοι τους και παραδόθηκαν στον εξαίρετο συντηρητή και γλύπτη Δημήτριο Ζαχαρίου, που μόλις το 2005 έφυγε από τη ζωή. Και το κυριότερο, δεν έγινε καμία ζωγραφική ή χρωματική παρέμβαση σ” αυτά. 

Η δημιουργική πορεία του Θεόφιλου στη Μαγνησία θα ολοκληρωθεί στα 1927, που θα επιστρέψει οριστικά στην πατρίδα του τη Μυτιλήνη. Η δεύτερη περίοδος είναι το διάστημα που εργάστηκε στη γενέτειρά του από το 1927 ως τη γνωριμία του με τον Teriad (Τάκη Ελευθεριάδη) το 1929. Στην τρίτη του περίοδο, 1929-1934, έχοντας εξασφαλίσει μόνιμο εργοδότη, ασχολείται απερίσπαστα με τη ζωγραφική του. Μέσα στη συλλογή του Teriad βρίσκονται: «Ο κόλπος της Γέρας», «Ο Λήμνιος Κεχαγιάς», »Τα Μετέωρα», «Η κυρία με τον κύνα της» και «Το μάζεμα των ελαιών εν Μυτιλήνη». Πέντε κορυφαία κομμάτια που μαρτυρούν πόσο αμάραντο κατόρθωσε να μείνει το ταλέντο του Θεόφιλου ως τα ύστερά του χρόνια. Όταν ο Teriad επέστρεψε στη γενέτειρά του, τη Μυτιλήνη, βρήκε να τον περιμένει ένας μικρός θησαυρός από τα έργα που ο Θεόφιλος φιλοτέχνησε. Μόνο που ο ζωγράφος απουσίαζε. Είχε πεθάνει λίγες ημέρες νωρίτερα μέσα στο φτωχικό του καμαράκι. Ήταν 24 Μαρτίου 1934. Η κυρία Νίνα Λαδογιάννη κλείνει το αφιέρωμά της με δύο λόγια του Σεφέρη γι’ αυτόν:

» Ύστερα από τον Θεόφιλο, αυτόν τον αποκαλυπτικό λαϊκό, δεν βλέπουμε πια με τον ίδιο τρόπο. Αυτό είναι το πράγμα που δεν μας έφεραν τόσοι περιώνυμοι μαντατοφόροι μεγάλων Ακαδημιών. Ο Θεόφιλος μας έδωσε καινούριο μάτι. Έπλυνε την όρασή μας. Ο Θεόφιλος είναι ένας καλλιτέχνης μεγάλος και ασυγχώρητα άγνωστος σε μας.»


volosInfoΤΟΠΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥΠανεπιστήμιο ΘεσσαλίαςΔημοτικό ΡαδιόφωνοΠολεοδομίαΠοδηλασίαΠεριφέρεια ΘεσσαλίαςΜετανάστεςΚΕΠΚαθαριότηταΝοσοκομείοflagΕθελοντισμόςΔιαύγειαempeΔΟΥΚΔΗΚΙCitiesNetΑΜΕΑ