Ιστορία

Προέλευση τοπωνυμίου

Από μια σειρά εκδοχών, η οποία περιλαμβάνει και την παραφθορά του ονόματος Ιωλκός, ο Δ. Κ. Τσοποτός προκρίνει το ελληνικό όνομα Βόλος, που σημαίνει τον τόπο και τον τρόπο που πέφτουν τα δίχτυα στη θάλασσα. Είναι παράγωγο της λέξης βολή. Κι αυτό επειδή στην περιοχή υπήρχαν ψαράδες. Το Γόλος, ο Τσοποτός το θεωρεί παραφθορά του Βόλος.

Αντίθετα, ο Άθως Τριγκώνης, ξεκινώντας από το Γόλος, βρίσκει ότι το τοπωνύμιο παράγεται από το σλαβικό gol, που σημαίνει γυμνός, φαλακρός ή από το golos που σημαίνει έδρα Διοίκησης.

Την ίδια άποψη υποστηρίζουν ο Γιάννης Κορδάτος και ο γλωσσολόγος Γ. Ν. Χατζηδάκις.

Η αποδοχή αυτής της εκδοχής, υποστηρίζεται από την εξής ιστορική πραγματικότητα : Στα τέλη του 8ου αιώνα, η Θεσσαλία υπέστη πολλές επιδρομές από Σλάβους οι οποίοι πλημμύρισαν την περιοχή μεταξύ Βελεστίνου και Βόλου.

 

Σύντομη ιστορική αναδρομή.

Η περιοχή της αρχαίας Ιωλκού, με τα δεκάδες πολίσματα, κατοικείται από τους προϊστορικούς και τους αρχαίους χρόνους έως τη Ρωμαϊκή εποχή, το χιλιόχρονο Βυζάντιο, τη Φραγκοκρατία και την Τουρκοκρατία.

Στην αρχή ως Ιωλκός και Παγασές κι αργότερα ως Δημητριάδα -όνομα που πήρε από τον οικιστή της Δημήτριο τον Πολιορκητή-.

Η Δημητριάδα, η οποία είχε κτισθεί στην ευρύτερη περιοχή των Πευκακίων, άκμασε, με το ίδιο όνομα, και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους και μόνο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μεταφέρθηκε, για το φόβο των πειρατών, στο κάστρο των Παλαιών Βόλου. Εκεί ακριβώς όπου η αρχαιολογική σκαπάνη έχει ανακαλύψει μια πλούσια διαστρωμάτωση (αρχίζει από την αρχαία Ιωλκό και φτάνει στα Ιουστινιάνεια τείχη και στις εκκλησίες της υστεροβυζαντινής εποχής).

Ο Βόλος των χρόνων της τουρκικής κατοχής, αναφέρεται από μια σειρά περιηγητών και ιστορικών. Ο Coronelli περιγράφει μια εκστρατεία του περίφημου Ενετού στρατάρχη Μοροζίνη, κατά του Κάστρου του Βόλου.

Οι Γ. Κωνσταντάς και Δ. Φιλιππίδης γράφουν για το Κάστρο του Γόλου και περιγράφουν το παζάρι που γίνεται εκεί κάθε Σάββατο.

Για το παζάρι μιλούν κι άλλοι συγγραφείς.

Ένα λεξικό του 1826, αναφέρει “πόλη με φρούριο, τείχος, τζαμί, συναγωγή και λουτρό”. Απ’ όλα αυτά, σήμερα σώζεται κομμάτι του τείχους και, σε κακή κατάσταση, το χαμάμ (λουτρό).

Ο αμπελακιώτης Λεονάρδος, το 1833, γράφει για “λιμένα χωρητικόν, με εμπορικήν σκάλαν και εκατόν οσπίτια του Βώλου”. Αναφέρεται στον μικρό οικισμό κοντά στη σκάλα, “τα καφφενεία και τα μπιλιάρδα” που υπάρχουν εκεί.

Αυτός ο μικρός συνοικισμός αποτελεί τον πυρήνα του Βόλου που αρχίζει να αναπτύσσεται, στα μισά του 19ου αιώνα.

Στα 1850, ο Mezieres αφού περιγράφει το Κάστρο και τη βρώμικη συνοικία του, καταλήγει: “ Όμως εδώ και κάμποσα χρόνια, έχουν κτισθεί, στα ανατολικά του Κάστρου, σπίτια με όμορφο παρουσιαστικό, καταστήματα και μεγάλες αποθήκες που σχηματίζουν ένα μακρύ δρόμο στην άκρη της θάλασσας. Αυτή η καινούργια συνοικία λέγεται Μαγαζιά”. Κατά τον Αθω Τριγκώνη -που μετέφρασε το κείμενο από τα Γαλλικά- οι αποθήκες και τα καταστήματα βρίσκονταν μεταξύ των σημερινών οδών Ιάσονος και Δημητριάδος.

Το όνομα Παλαιά Μαγαζεία έφερε -για χρόνια- και η σημερινή, πέραν του λόφου και προς την πλευρά της θάλασσας , συνοικία των Παλαιών.

Με τον καιρό, η πόλη επεκτείνεται προς τα ανατολικά. Χτίζονται ωραία σπίτια ενώ αυξάνεται η εμπορική κίνηση στο λιμάνι. Ο Gays αναφέρει ότι μετά την ίδρυση (1852) του αυστριακού εμπορικού οίκου Λόυδ, προσεγγίζουν τη σκάλα μεγάλα εμπορικά πλοία, τα οποία ξεφορτώνουν και παραλαμβάνουν εμπορεύματα.

Ο Έλληνας Πρόξενος διορίζεται στο Βόλο το 1853 και , μεταξύ 1855-1856, διορίζεται και ο Πρόξενος της Αγγλίας.

 

Ενώ χτίζονται διαρκώς νέα σπίτια, οι Τούρκοι, με αφορμή τις εξεγέρσεις του 1854 στο Πήλιο, απαγορεύουν την ανοικοδόμηση για μια περίπου πενταετία, όπως μας εξιστορεί ο Μάγνης. Ο ίδιος περιγράφει την αντίθεση ενός βρώμικου, τουρκικού Κάστρου και της νέας όμορφης πόλης.

Ο Ρηματισίδης, το 1875 περίπου, περιγράφει τον Βώλον ως “ πόλιν νεόκτιστον, ωραιοτάτην, έχουσα 2000 σπίτια” που έχει, επίσης, τον ναό του Αγίου Νικολάου, αλληλοδιδακτικό σχολείο και παρθεναγωγείο.

Στις 2 Νοεμβρίου του 1881, ο Ελληνικός Στρατός απελευθερώνει το Βόλο. Αρχίζει τότε, μια νέα περίοδος , μια εποχή μεγάλης ανάπτυξής του.

Τον Απρίλιο του 1884, εγκαινιάζεται η σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει το Βόλο με τον κάμπο αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα. Στο τέλος περίπου του 19ου αιώνα δημιουργείται η σιδηροδρομική γραμμή Βόλου- Μηλεών.

Ταυτόχρονα ιδρύεται η πρώτη Τράπεζα, η “Προνομιούχος Πανθεσσαλική”.

Το εμπόριο των γεωργικών ειδών ελαττώνεται εκτός εκείνο του καπνού, το οποίο αρχίζει να ακμάζει. Χτίζονται μεγάλες καπναποθήκες και χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται σ΄ αυτές.

Ο πληθυσμός της πόλης αυξάνει με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Ενώ στην πρώτη απογραφή, αμέσως μετά την απελευθέρωση και τη σύσταση του Δήμου Παγασαίων (έτσι ονομάζονταν ο Δήμος Βόλου), οι κάτοικοι φτάνουν τις 4987, στη δεύτερη, που έγινε μετά από οχτώ χρόνια υπερδιπλασιάζονται (11020) και φτάνουν , στις αρχές του 20ου αιώνα, τους 23563.

Παράλληλα με το εμπόριο καπνού, αναπτύσσεται και η βιομηχανία με τη δημιουργία μεγάλων υφαντουργείων, αλευρόμυλων αλλά και, αργότερα, βιομηχανιών μετάλλου.

Το 1908 ιδρύεται το “ Πανεργατικό Κέντρο”, το πρώτο Εργατικό Κέντρο της Ελλάδας. Επίσης, το πρωτοποριακό “Ανώτερο Παρθεναγωγείο” του οποίου ο δημιουργός, ο διευθυντής και οι διδάσκοντες εγκαλούνται για “αθεΐα και διαστρέβλωση της ελληνικής γλώσσας”, στη γνωστή δίκη του Ναυπλίου.

Το 1920, ο Βόλος βρίσκεται στη μεγαλύτερη ακμή του. Μονάχα το εξωτερικό του εμπόριο φτάνει τα 112 εκατομμύρια χρυσές δραχμές και η πόλη αριθμεί, πλέον, 30046 κατοίκους.

Η μικρασιατική καταστροφή θα ανακόψει αυτή την αλματώδη ανάπτυξη καθώς ο Βόλος δέχεται κύματα απελπισμένων προσφύγων.

Οι ντόπιοι αγκαλιάζουν αυτούς του κατατρεγμένους ανθρώπους, οι οποίοι ενσωματώνονται και, φιλοπρόοδοι κι εργατικοί, αναπτύσσουν την περιοχή που τους δόθηκε από την Πολιτεία σε ένα μεγάλο συνοικισμό που, στα τέλη της δεκαετίας του 40, θα αποτελέσει τον Δήμο Νέας Ιωνίας.

Από το μεσοπόλεμο, κυρίως, αναπτύσσεται και η πνευματική ζωή της χώρας. Λόγιοι, συγγραφείς ποιητές, δημιουργούν συλλόγους, εκδίδουν περιοδικά και βιβλία, παρουσιάζουν εκδηλώσεις. Ο Βόλος αποκτά Δημοτικό Θέατρο, ένα πανέμορφο κτήριο, στην πλατεία Ρήγα Φεραίου. Η πνευματική αυτή παράδοση συνεχίζεται αδιάλειπτα έως τις μέρες μας.

Η γερμανική κατοχή και ο Εμφύλιος σημαδεύουν το Βόλο, όπως και όλες τις πόλεις και τα χωριά της χώρας. Πείνα, δυστυχία, ανέχεια, καταστροφές από βομβαρδισμούς κι ύστερα συλλήψεις, αίμα αδελφικό, εκτοπίσεις.

Μια κατάσταση ζόφου κι απανθρωπιάς.

Στο διάστημα 1954-1957, ο Βόλος δοκιμάστηκε από μια σειρά φυσικών καταστροφών. Ισχυροί και επάλληλοι σεισμοί προκαλούν σχεδόν την ισοπέδωση της πόλης με κατεστραμμένα τα περισσότερα κτίρια, χιλιάδες άστεγους και παγωμένες τις οικονομικές δραστηριότητες. Ακολούθησαν οι μεγάλες πλημμύρες των χειμάρρων της πόλης, το 1955 και το 1957, που έπληξαν κυρίως τις περιφερειακές συνοικίες της, και επιδείνωσαν την κατάσταση.

Από τις πλημμύρες ο Βόλος θρήνησε 36 νεκρούς.

Τα ωραία νεοκλασικά καταστράφηκαν με τους σεισμούς.

Ό,τι απέμεινε από τις φυσικές καταστροφές το αποτελείωσε η σκαπάνη των εργολάβων.

Μια νέα πόλη χτίζεται, με πολυκατοικίες στη θέση των αρχοντικών, με πυλωτές και ακάλυπτους, στη θέση των ανθισμένων κήπων.

Η νέα πόλη του Βόλου, από τη δεκαετία του 60 και πέρα, αποκτά πανέμορφο Δημαρχείο, καινούργιο Δημοτικό Θέατρο, Πανεπιστήμιο, πολυκαταστήματα, κτήρια μοντέρνας αρχιτεκτονικής.

Στις ακραίες συνοικίες μπορείς να δεις ακόμη κήπους με λουλούδια στις αυλές, να μυρίσεις το γιασεμί και τα γαρίφαλα, να γνωρίσεις ανθρώπους που έχουν μεταξύ τους ανθρώπινες σχέσεις.

volosInfoΤΟΠΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥΠανεπιστήμιο ΘεσσαλίαςΔημοτικό ΡαδιόφωνοΠολεοδομίαΠοδηλασίαΠεριφέρεια ΘεσσαλίαςΜετανάστεςΚΕΠΚαθαριότηταΝοσοκομείοflagΕθελοντισμόςΔιαύγειαempeΔΟΥΚΔΗΚΙCitiesNetΑΜΕΑ