Ιστορία

Διμήνι – Παλιούρι

Προέλευση τοπωνυμίου:

Υπάρχουν δύο εκδοχές για την ετυμολογία της λέξης Διμήνι.

Η μία είναι το “δίμηνο”, οι δύο μήνες δηλαδή που ζούσαν ως καλυβίτες στην περιοχή, οι αγρότες που είχαν τα σπίτια τους στη Μακρινίτσα.

Αν και οι ειδικοί θεωρούν αυτή την εκδοχή επικρατέστερη, μόλις προ τριακονταετίας, οι γράφοντες άκουγαν και το “Ντιμήν Καλύβια” ως όνομα της περιοχής, κάτι που ενισχύει την άποψη του Κορδάτου ότι κάποιος Ντιμήν Πασάς, κληροδότησε το όνομά του στο χωριό.

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Το Διμήνι αποτελεί συνέχεια του μεγάλου προϊστορικού οικισμού που περιλαμβάνει το νεολιθικό οικισμό, στην κορυφή του λόφου και το μεταγενέστερο προϊστορικό οικισμό, -νοτιοανατολικά- στην πεδινή έκταση.

Το Δημοτικό Σχολείο του Διμηνίου ιδρύθηκε μεταξύ 1868 -1870, λειτούργησε ως κοινοτικό ως την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το 1881, και υπάγονταν στο Δήμο Μακρινίτσας.

Ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης αναφέρει τη λειτουργία δύο γραμματοδιδασκαλείων στο χωριό, το 1887. Από το 1907 εγγράφονται στο Σχολείο και κορίτσια. Το 1ο Μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διμηνίου λειτουργούσε σε ενοικιασμένο σπίτι μέχρι τους σεισμούς του 1957. Μόλις το 1958, αρχίζει η ανέγερση του μεγάλου διδακτηρίου.

Οι οικισμοί Διμηνίου και Παλιουρίου πρέπει να ιδρύθηκαν κατά τον 19ο αιώνα από κατοίκους της Μακρινίτσας. Στις αρχές του 20ου αιώνα η περιοχή υπήρξε εγκαταλελειμμένη, τόσο που είχαν εκεί το κρησφύγετό τους ληστές. Ζωντάνευε μόνο όταν έρχονταν οι αγρότες από τη Μακρινίτσα.

Το Παλιούρι γνώρισε μια, σχετικά, σύντομη ζωή περίπου ενός αιώνος. Ωστόσο επρόκειτο για κεφαλοχώρι καθώς καταγράφονται συχνές επισκέψεις εκπροσώπων των θρησκευτικών και πολιτικών αρχών του τόπου καθώς και η ύπαρξη δημοτικού σχολείου.

Τα γεννήματα της γης και η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, σηματοδότησαν εποχές ευμάρειας για το χωριό το οποίο όμως εγκαταλείφθηκε, μετά τον Εμφύλιο, επειδή στερούνταν βασικές υποδομές, όπως η συγκοινωνία και το ηλεκτρικό δίκτυο. Η μετεγκατάσταση των Παλιουριτών, στον οικισμό του Διμηνίου, ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του ’70.

Στο δρόμο προς το Βόλο, υπάρχει ο μικρός οικισμός του Σαμπάναγα (από το όνομα κάποιου τούρκου μεγαλοκτηματία το τοπωνύμιο) ή Λάμια. Εκεί υπάρχει και η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου.

 

Σέσκλο

Προέλευση τοπωνυμίου:

Το Σέσκλο οφείλει το όνομά του στο φυτό σέσκουλο, το κοινό παζί. Άγρια παζιά υπάρχουν παντού γύρω από το χωριό και κυρίως στον αρχαιολογικό χώρο. Ο Τσούντας γράφει ότι το όνομα του χωριού είναι και Σέσκουλον.

Σύντομη ιστορική αναδρομή:

Ο προϊστορικός οικισμός του Σέσκλου αναπτύχθηκε πάνω στο λόφο «Καστράκι» καθώς και στην περιοχή γύρω από το σημερινό Σέσκλο. Ο χώρος κατοικήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της 7ης χιλιετίας. Τα εντυπωσιακά ευρήματα της περιοχής επέτρεψαν στους αρχαιολόγους να μελετήσουν μια από τις παλαιότερες προϊστορικές κοινότητες της Ευρώπης.

Η πρώτη αναφορά του ονόματος του χωριού βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δούσικου Τρικάλων. Ανάμεσα στους δωρητές, που εγγράφονται στο ειδικό βιβλίο, υπάρχει και κάποιος Σεσκλιώτης. Η εγγραφή εικάζεται ότι έγινε γύρω στα 1600.

Στο νάρθηκα του Ιερού Ναού Ταξιαρχών (ο Άη Ταξιάρχης είναι ο προστάτης του χωριού) υπάρχει στήλη με την επιγραφή “Αύγουστος αψ…”. Δεδομένου ότι τα στοιχεία αψ… σημαίνουν το 1700, είναι φανερό ότι ο ναός χτίσθηκε τον 18ο αιώνα. Είναι λοιπόν σίγουρο ότι, παρά τα αναφερόμενα από τον περιηγητή Ληκ, υπήρχε ακμάζων οικισμός τον 18ο αιώνα.

Ο Ληκ πάντως, αναφέρει, πρώτος, την ύπαρξη παρηκμασμένου οικισμού στην περιοχή: “Είκοσι ερειπωμένα σπίτια με ένα μόνο Χριστιανό κάτοικο, αντιπρόσωπο του Αλή Πασά, με ειδική αποστολή”.

Ο Αργύρης Φιλιππίδης, λίγα χρόνια αργότερα, το 1815, επισκέπτεται το χωριό και γράφει για 150 σπίτια, μιλώντας για την ακμή και την παρακμή του τόπου. “Έχει σπίτια μεγάλα ωσάν του Βόλου, όμως σήμερα είναι δυστυχισμένον (το χωριό) και ο Θεός να τους φέρει εις τα πρώτα τους”.

Ο Ζαχαρίου αναφέρει ότι η προηγούμενη ευεξία του τόπου οφείλονταν σε μικρές βιοτεχνίες επεξεργασίας μεταξιού.

Με την ακμή όμως του κοντινού Βόλου, το χωριό αρχίζει να παρακμάζει. Με την είσοδο του 19ου αιώνα, μεταφέρεται στα Παλιά το μεγάλο Παζάρι που γίνονταν στο Σέσκλο. Έτσι, οι λίγοι κάτοικοι που απομένουν “ζουν με την γεωργικήν”, κατά τον Φιλιππίδη.

Έως το 1912, το Σέσκλο υπάγεται στον Δήμο Φερών που έχει έδρα το Βελεστίνο. Στη συνέχεια, επειδή είχε “υπέρ τους 300 κατοίκους και σχολείον στοιχειώδους εκπαιδεύσεως”, αυτονομείται και αποτελεί ξεχωριστή Κοινότητα. Το σχολείο αυτό βέβαια αποτελούνταν έως το 1953 από μια μόνο αίθουσα. Αργότερα προστέθηκαν και κάποια κελιά που παραχώρησε η εκκλησία και, λίγα χρόνια αργότερα, χτίσθηκε, σε οικόπεδο που αγοράσθηκε από την Κοινότητα, καινούργιο διδακτήριο.

Κατά το μεσοπόλεμο, υπήρχαν στο χωριό και σκηνίτες Αρβανιτόβλαχοι. Οι άνθρωποι αυτοί στεγάσθηκαν σε σπίτια που έχτισαν σε παραχωρηθέντα, από την Κοινότητα, οικόπεδα.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως κατά τη δεκαετία ’50-’60, η Κοινότητα Σέσκλου ασχολήθηκε και με έργα ύδρευσης, καθαριότητας, χάραξης δρόμων που άλλαξαν τη μορφή του τόπου και τη ζωή των πολιτών.

Το 1971 ιδρύεται ο Ποδοσφαιρικός Σύλλογος “Ακρόπολη” Σέσκλου και το 1984 δημιουργείται ο Πολιτιστικός Σύλλογος Σέσκλου.

Σε ολόκληρο τον 20ο αιώνα, στο Σέσκλο κυριαρχεί η αναφορά στο δίπολο Γκραίκοι- Βλάχοι καθώς οι κάτοικοι του χωριού είναι Βλάχοι ή Καραγκούνηδες στην καταγωγή. Οι παλαιότεροι δε, μιλούν και τη βλάχικη γλώσσα.

 


volosInfoΤΟΠΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥΠανεπιστήμιο ΘεσσαλίαςΔημοτικό ΡαδιόφωνοΠολεοδομίαΠοδηλασίαΠεριφέρεια ΘεσσαλίαςΜετανάστεςΚΕΠΚαθαριότηταΝοσοκομείοflagΕθελοντισμόςΔιαύγειαempeΔΟΥΚΔΗΚΙCitiesNetΑΜΕΑ

 Edit Translation