Ιστορία – Παραδόσεις

Ονομασία Τοπωνύμιο (Αγριά): Σχετικά με την ονομασία της Αγριάς έχουν εμφανιστεί διάφορες απόψεις. Οι επικρατέστερες είναι τέσσερις. Η μία θέλει το όνομα της Αγριάς να προέρχεται από το φυτό αγριάς(-ιάδος ), η άλλη από τις άγριες ελιές που έφταναν μέχρι τότε στην  παραλία (Αγριελιά- Αγριλιά και μετά Αγριά) και η άλλη από την έκφραση εκ της άγρας των αλιέων».

Επικρατέστερη είναι η άποψη που διατύπωσε ο Λεχωνίτης Λόγιος Πάτροκλος Παλαμίδας ότι το όνομα προήλθε από τον ναό που υπήρχε στην αρχαιότητα και ήταν αφιερωμένος στην Αγραία Άρτεμη. Η γλωσσολογική εξέλιξη της Αγραίας σε Αγριά είναι ιδιαίτερα πιστευτή(όπως ελαία – ελιά, γραία – γριά και Αγραία – Αγριά),

Ιστορική αναδρομή: Η Αγριά εκτείνεται κατά μήκος της παραλίας του Παγασητικού έξι περίπου χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Βόλου και αποτελεί το κοντινότερο προάστιό του. Είναι σχετικά νέα κωμόπολη(έγινε κοινότητα το 1912). Η περιοχή της ανήκε παλιότερα στην Δράκια και τον Άγιο Λαυρέντιο των οποίων αποτελούσε επίνειο από όπου αυτά καθώς και τα άλλα χωριά διακινούσαν τα αγροτικά και βιοτεχνικά προϊόντα τους.

Αρχικά υπήρχαν μόνον μικρά καλύβια όπου οι κάτοικοι της Δράκιας και του Αγ. Λαυρεντίου κατέβαιναν τον χειμώνα προκειμένου να μαζέψουν τις ελιές.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Αγριά, δεν ήταν οικισμός. Τα πρώτα πάντως σπίτια χτίστηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα και πρίν από την Επανάσταση του 1821. Ένα σημείωμα ανέκδοτο και πολύ ενδιαφέρον για την Αγριά λέει : «Η Αγριά ήτο επί Τουρκοκρατίας απλός τελωνειακός και στρατιωτικός σταθμός».

Από το 1809 – 1860 η δημιουργία κάποιων εταιρειών και βιοτεχνιών εξαγωγικού εμπορίου και βαρελοποιϊας με την καλή οργάνωσή τους βοήθησαν ώστε σε λίγο χρονικό διάστημα τα πηλιορείτικα προϊόντα να διαδοθούν στην Δυτική Ευρώπη, τη Ρουμανία και τη Ρωσία.
Είναι χαρακτηριστικό πως κατά το 1920 ένας αγγλικός εμπορικός χάρτης που εκδόθηκε αναφέρει την Αγριά ως «το μεγαλύτερο λιμάνι του κόσμου» σε εξαγωγές ελιών και λαδιού. Γύρω στις διακόσιες χιλιάδες οκάδες βρώσιμων ελιών εκτελωνίζονταν κάθε χρόνο από την Αγριά.

Η Αγριά άρχισε να αναπτύσσεται γρήγορα μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, την κατασκευή παραλιακού δρόμου και του σιδηροδρόμου αργότερα, που συνέδεσε το Βόλο με τα χωριά του νοτιοδυτικού Πηλίου, με αποτέλεσμα να εξαχθή δια θαλάσσης εξαγωγικό εμπόριο μαύρων ελαίων και φρούτων από τον όρμο της.
Ένα νέο κύμα κατοίκων εγκαταστάθηκε στην Αγριά το 1922 όταν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία αλλά κυρίως από Ανατολική Θράκη καταφύγανε εδώ μετά το διωγμό τους από τα πατρικά τους χώματα.

 Τον 20 αιώνα η Αγριά είδε πληθυσμιακή και βιομηχανική ανάπτυξη. Το περίφημο εργοστάσιο της ΕΨΑ ιδρύεται το 1924 από τους αδελφούς Κοσμαδόπουλοι ιδιοκτήτες τράπεζας με σκοπό την κατασκευή ψυγείων φρούτων και μονάδας παραγωγής πάγου. Η υπερπαραγωγή της περιοχής σε λεμόνια και η ήδη αναπτυγμένη διακίνηση της παραδοσιακής λεμονάδας από Μικρασιάτες πωλητές, οδηγούν τους ιδιοκτήτες στην πρόσληψη Γερμανού μηχανικού για την λειτουργία εργοστασίου εμφιάλωσης αναψυκτικών. Ο μύθος θέλει το Γερμανό μηχανικό να έχει ανακαλύψει μια σπάνια συνταγή για την παραγωγή της λεμονάδας, συνταγή που ακόμη και σήμερα χρησιμοποιείται αναλλοίωτη και αποτελεί παρακαταθήκη της εταιρείας.
Το 1911 ιδρύεται η Α.Γ.Ε.Τ ΗΡΑΚΛΗΣ. Το εργοστάσιο διαθέτει φυσικό λιμάνι και εντάσσεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες τσιμεντοβιομηχανίες της Ευρώπης, Ασίας και Αμερικής.

Άλλες επιχειρήσεις τοπικού χαρακτήρα ιδρύθηκαν και άνθισαν τότε όπως το εργοστάσιο του Ι.Ματσάγγο που ασχολείται με την επεξεργασία, συσκευασία και εμπόριο ελαιών, η βιομηχανία επεξεργασίας ξύλου που αρχικά υπήρξε βιοτεχνία κατασκευής βαρελιών και με τον εκσυγχρονισμό της μετατράπηκε σε βιομηχανία κατεργασίας ξύλου και συγχρόνως επίπλων. Άλλες επίσης μικρότερες επιχειρήσεις -κυρίως αποθήκες ελαίων – άρχισαν να λειτουργούν και να προσελκύουν πληθυσμό στον Δήμο της Αγριάς.

Το 1999 με το σχέδιο Καποδίστριας ένας νέος Δήμος ιδρύεται και συμπεριλαμβάνει τις κωμοπόλεις Αγριά και Δράκια, οι οποίες αποτελούσαν ως τότε ξεχωριστές κοινότητες.
Ο Δήμος Αγριάς είναι πλέον ένας παραδοσιακός οικισμός με πληθυσμό της τάξεως των 6.500 ατόμων.

Ονομασία Τοπωνύμιο (Δράκεια):Για την προέλευση του ονόματος Δράκεια έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις:

  • Το χωριό πήρε το όνομα αυτό από τον πρώτο οικιστή του που λεγόταν Δράκος
  • Κατά την παράδοση κάποιο μυθολογικό θηρίο (δράκος) ζούσε στην περιοχή. Μάλιστα το πρώτο κοινοτικό συμβούλιο υιοθετώντας την άποψη αυτή αποφάσισε η σφραγίδα της κοινότητας να φέρει την παράσταση πτερωτού δράκου με κεφάλι φιδιού και ουρά σκορπιού.
  • Προέρχεται από τη λέξη δραξ – δράκα, που σημαίνει χούφτα χεριού κι αυτό γιατί το χωριό είναι χτισμένο σε βαθουλωτό μέρος και δίνει την εντύπωση ότι είναι χτισμένο σε μια χούφτα.
  • Στα τσέχικα draga σημαίνει πέρασμα  (το χωριό είναι πέρασμα από την ανατολική μεριά του Πηλίου στη δυτική)

Ιστορική αναδρομή:Η Δράκεια, πηλιορείτικο χωριό με μεγάλη ιστορία, βρίσκεται σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία μέσα σε περιβόλια οπωροφόρων δέντρων.  Χαρακτηριστικό του χωριού αποτελούν τα σπίτια με τις πέτρινες στέγες.  Βρίσκεται σε υψόμετρο 500μ και απέχει 17,5χλμ από το Βόλο και 10χλμ από την Αγριά.  Είναι χτισμένη σε σημείο αθέατο από τη θάλασσα, πιθανόν από το φόβο πειρατών. Το χωρίο βρίσκεται ΒΑ του Βόλου, με μεγαλύτερη προσέγγιση προς ανατολή, ακριβώς δε ΒΑ της Αγριάς, βόρεια των Κάτω Λεχωνίων. Έχει βορειοδυτικά την Πορταριά, νοτιοανατολικά τον Άγιο Λαυρέντιο και πέρα από εκεί τον Άγιο Γεώργιο. Τα τελευταία αυτά χωριά βρίσκονται σε αλυσωτή συνέχεια με τη Δράκια. Τα τρία χωριά Δράκια, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Λαυρέντιος, μαζί με τα Άνω Λεχώνια και Κάτω Λεχώνια, την Αγριά και τον Άγιο Βλάσιο αποτελούσαν παλιά τον ενωμένο μεγάλο Δήμο Νηλείας.

Η Δράκεια ιδρύθηκε το 15ο αιώνα όπως φτάνει από την έρευνα από τους κώδικες των μοναστηρίων που διασώθηκαν ως τις μέρες μας. Οι πρώτοι κάτοικοι είχαν έρθει από την Ήπειρο και οι περισσότεροι από αυτούς ήταν χτίστες. Από αυτούς έμαθαν την τέχνη του χτίστη πολλοί που είχαν έρθει μετά στο χωριό με αποτέλεσμα η Δράκεια  να γίνει γνωστή για τους πολλούς καλούς μαστόρους. Στις αρχές του 18ου αιώνα οι κάτοικοι της Δράκειας ανέπτυξαν τη βιοτεχνία και το ανταλλακτικό εμπόριο.  Επίσης ήταν από τους πρώτους (μαζί με τους κατοίκους του Αγ.Λαυρεντίου) που άρχισαν να καλλιεργούν την πατάτα στο Πήλιο. Ακόμη η Δράκεια ήταν γνωστή για την καλλιέργεια μεταξιού και αμπελιών. Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν με την καλλιέργεια ελαιόδεντρων και μήλων και κάποιοι άλλοι  με την ξυλεία.  Στην Δράκεια παλαιότερα υπήρχαν μύλοι που άλεθαν σιτάρι.  Επιπλέον ήταν το πρώτο χωριό σ’όλο το Πήλιο το οποίο απέκτησε ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτό έγινε μέσω της βοήθειας του Γκούνη, ο οποίος δώρισε μια ολόκληρη εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.

Η Δράκεια χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα μαρτυρικά χωριά της Ελλάδας.  Στις 17 Δεκεμβρίου 1943 οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Δράκεια, μπήκαν στο κεντρικό καφενείο του χωριού, όπου ήταν μαζεμένοι οι περισσότεροι άντρες του χωριού τους οποίους συνέλαβαν και έκλεισαν εκεί. Τα χαράματα της 18ης Δεκεμβρίου τους μετέφεραν κατά ομάδες στο παρακείμενο ποτάμι του χωριού και τους εκτέλεσαν. Η Δράκεια τότε θρήνησε 118 θύματα. Μάλιστα στο σημείο αυτό του χωριού βρίσκεται το μνημείο των πεσόντων.


volosInfoΤΟΠΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥΠανεπιστήμιο ΘεσσαλίαςΔημοτικό ΡαδιόφωνοΠολεοδομίαΠοδηλασίαΠεριφέρεια ΘεσσαλίαςΜετανάστεςΚΕΠΚαθαριότηταΝοσοκομείοflagΕθελοντισμόςΔιαύγειαempeΔΟΥΚΔΗΚΙCitiesNetΑΜΕΑ

 Edit Translation